Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puente colgante
01
κρεμαστή γέφυρα, αιωρούμενη γέφυρα
un puente cuyo tablero está suspendido de cables principales anclados en torres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puentes colgantes
Παραδείγματα
Desde el puente colgante hay una vista espectacular del río
Από την κρεμαστή γέφυρα, υπάρχει μια θεαματική θέα του ποταμού.



























