Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tropo
01
τροπή, αφηγηματική σύμβαση
un recurso o convención narrativa recurrente en una historia
Παραδείγματα
El escritor evitó los tropos más obvios del terror.
Ο συγγραφέας απέφυγε τα πιο προφανή τροπήματα του τρόμου.



























