Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silbar
01
σφυρίζω
producir un sonido agudo y musical con los labios o usando un silbato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
silbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
silba
ενεστώτα μετοχή
silbando
απλός αόριστος
silbó
παθητική μετοχή
silbado
Παραδείγματα
El niño silba una canción mientras camina a la escuela.
Το αγόρι σφυρίζει ένα τραγούδι ενώ περπατάει στο σχολείο.



























