Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silbar
01
σφυρίζω
producir un sonido agudo y musical con los labios o usando un silbato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
silbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
silba
ενεστώτα μετοχή
silbando
απλός αόριστος
silbó
παθητική μετοχή
silbado
Παραδείγματα
El joven trata de silbar, pero no le sale ningún sonido.
Ο νεαρός προσπαθεί να σφυρίξει, αλλά δεν βγαίνει κανένας ήχος.



























