Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La compañía discográfica
01
δισκογραφική εταιρεία, δισκογραφική
una empresa que se dedica a la producción y distribución de grabaciones musicales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
compañías discográficas
Παραδείγματα
La compañía discográfica invirtió mucho dinero en el nuevo álbum.
Η δισκογραφική εταιρεία επένδυσε πολλά χρήματα στο νέο άλμπουμ.



























