Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electrónica
01
ηλεκτρονική, ηλεκτρο
un género de música creada principalmente con instrumentos electrónicos como sintetizadores, cajas de ritmos y ordenadores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
electrónico
αρσενικό πληθυντικό
electrónicos
θηλυκό ενικό
electrónica
θηλυκό πληθυντικό
electrónicas
θεματικό πεδίο
música, tecnología, género
Παραδείγματα
El festival de música electrónica atrajo a miles de personas.
Το φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής προσέλκυσε χιλιάδες ανθρώπους.
LanGeek



























