Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La paralela
01
παράλληλη γραμμή, παράλληλη
una línea recta que, en un mismo plano, mantiene una distancia constante con otra línea y nunca se corta con ella
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
paralelas
Παραδείγματα
Dibuja una paralela a esta línea que pase por el punto A.
Σχεδιάστε μια παράλληλη σε αυτή τη γραμμή που διέρχεται από το σημείο Α.



























