simétrico
simét
ˈsimet
simet
ri
ɾi
ri
co
ko
ko
obstétricogeométrico

Ορισμός και σημασία του "simétrico"στα ισπανικά

simétrico
01

συμμετρικός

que tiene partes iguales o correspondidas a cada lado de un eje 
simétrico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más simétrico
συγκριτικός βαθμός
más simétrico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
simétrico
αρσενικό πληθυντικό
simétricos
θηλυκό ενικό
simétrica
θηλυκό πληθυντικό
simétricas
Παραδείγματα
El diseño es completamente simétrico. 

Ο σχεδιασμός είναι εντελώς συμμετρικός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store