sazonado
sa
sa
σα
zo
θo
θο
na
ˈna
να
do
ðo
δο
empanadoestimadocuadradoescotado

Ορισμός και σημασία του "sazonado"στα ισπανικά

01

κατακομμένος, αρωματισμένος

que se le han añadido hierbas, especias o sal para mejorar su sabor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sazonado
συγκριτικός βαθμός
más sazonado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sazonado
αρσενικό πληθυντικό
sazonados
θηλυκό ενικό
sazonada
θηλυκό πληθυντικό
sazonadas
θεματικό πεδίο
sabor, alimentación, cocina
Παραδείγματα
Esta carne necesita estar bien sazonada antes de asarla. 

Αυτό το κρέας πρέπει να είναι καλά κατακουρκουτισμένο πριν το ψήσουμε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store