remover
re
re
re
mo
mo
mo
ver
ˈβer
ber
imponer

Ορισμός και σημασία του "remover"στα ισπανικά

remover
01

ανακατεύω

mezclar un líquido o una sustancia moviéndola en círculos con un utensilio 
remover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
remuevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
remueve
ενεστώτα μετοχή
removiendo
απλός αόριστος
removió
παθητική μετοχή
removido
Παραδείγματα
Remueve la salsa constantemente para que no se pegue. 

Ανακατέψτε τη σάλτσα συνεχώς για να μην κολλήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store