Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tamizar
01
κοσκινίζω, περνώ από κόσκινο
pasar un ingrediente seco por un tamiz para airearlo y eliminar grumos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
tamizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tamiza
ενεστώτα μετοχή
tamizando
απλός αόριστος
tamizó
παθητική μετοχή
tamizado
Παραδείγματα
Es importante tamizar la harina antes de hacer el pastel.
Είναι σημαντικό να κοσκινίσετε το αλεύρι πριν φτιάξετε την τούρτα.



























