Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
filetear
01
φιλετάρω
cortar un filete o una rebanada delgada de carne o pescado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fileteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
filetea
ενεστώτα μετοχή
fileteando
απλός αόριστος
fileteó
παθητική μετοχή
fileteado
Παραδείγματα
Es más fácil filetear el pescado cuando está fresco.
Είναι πιο εύκολο να φιλετάρεις το ψάρι όταν είναι φρέσκο.



























