filetear
fi
fi
fi
le
le
le
tear
ˈteaɾ
tear
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "filetear"στα ισπανικά

filetear
01

φιλετάρω

cortar un filete o una rebanada delgada de carne o pescado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fileteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
filetea
ενεστώτα μετοχή
fileteando
απλός αόριστος
fileteó
παθητική μετοχή
fileteado
Παραδείγματα
El pescadero sabe filetear un salmón en un minuto. 

Ο ψαράς ξέρει να φιλετάρει έναν σολομό σε ένα λεπτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store