salar
Pronunciation
/salˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "salar"στα ισπανικά

01

αλατίζω

echar sal a la comida para sazonarla o conservarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sala
ενεστώτα μετοχή
salando
απλός αόριστος
saló
παθητική μετοχή
salado
Παραδείγματα
Siempre salo el agua antes de cocinar la pasta.
Πάντα αλατίζω το νερό πριν μαγειρέψω τα ζυμαρικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store