Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salar
01
αλατίζω
echar sal a la comida para sazonarla o conservarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sala
ενεστώτα μετοχή
salando
απλός αόριστος
saló
παθητική μετοχή
salado
Παραδείγματα
Es importante salar la carne antes de asarla.
Είναι σημαντικό να αλατίζετε το κρέας πριν το ψήσετε στη σχάρα.



























