salar
sa
sa
sa
lar
ˈlaɾ
lar
saltarsalirsalvarsanar

Ορισμός και σημασία του "salar"στα ισπανικά

01

αλατίζω

echar sal a la comida para sazonarla o conservarla 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sala
ενεστώτα μετοχή
salando
απλός αόριστος
saló
παθητική μετοχή
salado
Παραδείγματα
Es importante salar la carne antes de asarla. 

Είναι σημαντικό να αλατίζετε το κρέας πριν το ψήσετε στη σχάρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store