Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
licuar
01
υγροποιώ, ανακατεύω στο μπλέντερ
convertir un alimento sólido en líquido o puré usando una licuadora
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
licúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
licúa
ενεστώτα μετοχή
licuando
απλός αόριστος
licuó
παθητική μετοχή
licuado
Παραδείγματα
La licuadora licúa muy rápido los ingredientes.
Ανακατεύει τα υλικά πολύ γρήγορα με το μπλέντερ.



























