licuar
lic
ˈlik
lik
uar
waɾ
var
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "licuar"στα ισπανικά

licuar
01

υγροποιώ, ανακατεύω στο μπλέντερ

convertir un alimento sólido en líquido o puré usando una licuadora 
licuar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
licúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
licúa
ενεστώτα μετοχή
licuando
απλός αόριστος
licuó
παθητική μετοχή
licuado
Παραδείγματα
La licuadora licúa muy rápido los ingredientes. 

Ανακατεύει τα υλικά πολύ γρήγορα με το μπλέντερ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store