Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
licuar
01
υγροποιώ, ανακατεύω στο μπλέντερ
convertir un alimento sólido en líquido o puré usando una licuadora
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
licúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
licúa
ενεστώτα μετοχή
licuando
απλός αόριστος
licuó
παθητική μετοχή
licuado
Παραδείγματα
Siempre licuo un plátano con leche para el desayuno.
Πάντα ανακατεύω μια μπανάνα με γάλα για το πρωινό.



























