Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cocer al vapor
01
μαγειρεύω στον ατμό
cocinar un alimento con el vapor de agua hirviendo, sin sumergirlo directamente en el agua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuezo al vapor
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuece al vapor
ενεστώτα μετοχή
cociendo al vapor
απλός αόριστος
cocí al vapor
παθητική μετοχή
cocido al vapor
Παραδείγματα
Prefiero cocer al vapor las papas en lugar de hervirlas.
Προτιμώ να μαγειρεύω στον ατμό τις πατάτες αντί να τις βράζω.



























