Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer eructar
01
προκαλώ ρέψιμο, κάνω κάποιον να ρεύεται
producir un sonido desde el estómago a través de la boca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago eructar
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace eructar
ενεστώτα μετοχή
haciendo eructar
απλός αόριστος
hizo eructar
παθητική μετοχή
hecho eructar
Παραδείγματα
El bebé tomó mucho aire con la leche y tuve que hacerlo eructar.
Το μωρό κατάπιε πολύ αέρα με το γάλα και έπρεπε να το κάνω να ρεύσει.



























