hacer eructar
ha
a
a
cer
ˈθeɾ
ther
e
e
e
ruc
ɾuk
rook
tar
taɾ
tar

Ορισμός και σημασία του "hacer eructar"στα ισπανικά

hacer eructar
01

προκαλώ ρέψιμο, κάνω κάποιον να ρεύεται

producir un sonido desde el estómago a través de la boca 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago eructar
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace eructar
ενεστώτα μετοχή
haciendo eructar
απλός αόριστος
hizo eructar
παθητική μετοχή
hecho eructar
Παραδείγματα
El bebé tomó mucho aire con la leche y tuve que hacerlo eructar. 

Το μωρό κατάπιε πολύ αέρα με το γάλα και έπρεπε να το κάνω να ρεύσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store