Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exfoliar
01
απολέπιση, ξεφλουδίζω
limpiar la piel eliminando las células muertas de su superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolio
γ΄ ενικό πρόσωπο
exfolia
ενεστώτα μετοχή
exfoliando
απλός αόριστος
exfolió
παθητική μετοχή
exfoliado
Παραδείγματα
Es importante exfoliar la piel del rostro una vez a la semana.
Είναι σημαντικό να απολεπίζετε το δέρμα του προσώπου μία φορά την εβδομάδα.



























