exfoliar
Pronunciation
/ˌeksfoljˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "exfoliar"στα ισπανικά

exfoliar
01

απολέπιση, ξεφλουδίζω

limpiar la piel eliminando las células muertas de su superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolio
γ΄ ενικό πρόσωπο
exfolia
ενεστώτα μετοχή
exfoliando
απλός αόριστος
exfolió
παθητική μετοχή
exfoliado
Παραδείγματα
Prefiero exfoliar con productos naturales como el azúcar.
Προτιμώ να απολέπω με φυσικά προϊόντα όπως η ζάχαρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store