Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exfoliar
01
απολέπιση, ξεφλουδίζω
limpiar la piel eliminando las células muertas de su superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolio
γ΄ ενικό πρόσωπο
exfolia
ενεστώτα μετοχή
exfoliando
απλός αόριστος
exfolió
παθητική μετοχή
exfoliado
Παραδείγματα
Prefiero exfoliar con productos naturales como el azúcar.
Προτιμώ να απολέπω με φυσικά προϊόντα όπως η ζάχαρη.



























