exfoliar
ex
eks
eks
fol
ˈfol
fol
iar
jaɾ
yar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "exfoliar"στα ισπανικά

exfoliar
01

απολέπιση, ξεφλουδίζω

limpiar la piel eliminando las células muertas de su superficie 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exfolio
γ΄ ενικό πρόσωπο
exfolia
ενεστώτα μετοχή
exfoliando
απλός αόριστος
exfolió
παθητική μετοχή
exfoliado
Παραδείγματα
Es importante exfoliar la piel del rostro una vez a la semana. 

Είναι σημαντικό να απολεπίζετε το δέρμα του προσώπου μία φορά την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store