Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poco favorecedor
01
δεν είναι κολακευτικό, δεν είναι ευνοϊκό
que no hace que una persona se vea bien o atractiva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el menos favorecedor
συγκριτικός βαθμός
menos favorecedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
poco favorecedor
αρσενικό πληθυντικό
poco favorecedores
θηλυκό ενικό
poco favorecedora
θηλυκό πληθυντικό
poco favorecedoras
Παραδείγματα
¿ Crees que este escote es poco favorecedor para mí?
Poco favorecedor σημαίνει "που δεν κάνει ένα άτομο να φαίνεται καλό ή ελκυστικό".



























