el piercing
pier
ˈpiɾ
pir
cing
θin
thin

Ορισμός και σημασία του "piercing"στα ισπανικά

01

piercing, κοσμήματα για piercing

un pequeño adorno que se coloca en una perforación del cuerpo 
el piercing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piercings
Παραδείγματα
Se cambió el piercing de la nariz por una piedra más pequeña. 

Άλλαξε το piercing της μύτης με ένα μικρότερο πετράδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

piercing
pierce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store