Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien afeitado
01
καλά ξυρισμένος, καθαρά ξυρισμένος
que tiene la cara o la barba completamente afeitada, sin rastro de vello facial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bien afeitado
συγκριτικός βαθμός
más bien afeitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien afeitado
αρσενικό πληθυντικό
bien afeitados
θηλυκό ενικό
bien afeitada
θηλυκό πληθυντικό
bien afeitadas
Παραδείγματα
Es difícil mantenerse bien afeitado todos los días.
Είναι δύσκολο να παραμένεις καλά ξυρισμένος κάθε μέρα.



























