Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonrojar
01
κοκκινίζω
ponerse la cara roja por vergüenza, timidez o pudor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sonrojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sonroja
ενεστώτα μετοχή
sonrojando
απλός αόριστος
sonrojó
παθητική μετοχή
sonrojado
Παραδείγματα
El niño se sonrojó cuando todos lo miraron.
Το παιδί κόκκινε όταν όλοι το κοίταξαν.



























