Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonrojar
01
κοκκινίζω
ponerse la cara roja por vergüenza, timidez o pudor
Παραδείγματα
Es fácil sonrojarse cuando te pillan en una mentira.
Είναι εύκολο να κοκκινίσεις όταν σε πιάσουν σε ένα ψέμα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοκκινίζω