sonrojar
son
son
son
ro
ro
ro
jar
ˈxaɾ
khar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "sonrojar"στα ισπανικά

sonrojar
01

κοκκινίζω

ponerse la cara roja por vergüenza, timidez o pudor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sonrojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sonroja
ενεστώτα μετοχή
sonrojando
απλός αόριστος
sonrojó
παθητική μετοχή
sonrojado
Παραδείγματα
El niño se sonrojó cuando todos lo miraron. 

Το παιδί κόκκινε όταν όλοι το κοίταξαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store