Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
en peligro de extinción
01
υπό εξαφάνιση, απειλούμενο με εξαφάνιση
una especie animal o vegetal que enfrenta un riesgo muy alto de desaparecer por completo en el futuro cercano
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
en peligro de extinción
αρσενικό πληθυντικό
en peligro de extinción
θηλυκό ενικό
en peligro de extinción
θηλυκό πληθυντικό
en peligro de extinción
Παραδείγματα
El lince ibérico es un animal en peligro de extinción.
Ο ιβηρικός λύγκας είναι ένα ζώο υπό εξαφάνιση.



























