relinchar
re
re
re
lin
lin
lin
char
ˈʧaɾ
char
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "relinchar"στα ισπανικά

relinchar
01

χλιμιντρίζω

emitir su sonido característico un caballo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
relincho
γ΄ ενικό πρόσωπο
relincha
ενεστώτα μετοχή
relinchando
απλός αόριστος
relinchó
παθητική μετοχή
relinchado
Παραδείγματα
El caballo relincha cuando ve a su dueño acercarse. 

Το άλογο χλιμιντρίζει όταν βλέπει τον ιδιοκτήτη του να πλησιάζει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store