Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relinchar
01
χλιμιντρίζω
emitir su sonido característico un caballo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
relincho
γ΄ ενικό πρόσωπο
relincha
ενεστώτα μετοχή
relinchando
απλός αόριστος
relinchó
παθητική μετοχή
relinchado
Παραδείγματα
Un caballo salvaje relinchó para alertar a la manada.
Ένα άγριο άλογο χλιμίντρισε για να προειδοποιήσει το κοπάδι.



























