Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrullar
01
κουκουβιάζω, απαλά ψιθυρίζω
emitir su sonido suave y característico una paloma o un arrullador
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrulla
ενεστώτα μετοχή
arrullando
απλός αόριστος
arrulló
παθητική μετοχή
arrullado
Παραδείγματα
La paloma arrulla en el alféizar de la ventana cada mañana.
Το περιστέρι κουδουνίζει στο περβάζι του παραθύρου κάθε πρωί.



























