arrullar
Pronunciation
/ˌaruʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "arrullar"στα ισπανικά

arrullar
01

κουκουβιάζω, απαλά ψιθυρίζω

emitir su sonido suave y característico una paloma o un arrullador
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrulla
ενεστώτα μετοχή
arrullando
απλός αόριστος
arrulló
παθητική μετοχή
arrullado
Παραδείγματα
Un par de palomas arrullaron en el tejado.
Ένα ζευγάρι περιστέρια κούκουσε στην οροφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store