social
Pronunciation
/soθjˈal/

Ορισμός και σημασία του "social"στα ισπανικά

01

κοινωνικός

relacionado con la sociedad o con la convivencia entre personas
social definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
social
αρσενικό πληθυντικό
sociales
θηλυκό ενικό
social
θηλυκό πληθυντικό
sociales
Παραδείγματα
El trabajo social ayuda a muchas familias.
Η κοινωνική εργασία βοηθά πολλές οικογένειες.

Λεξικό Δέντρο

antisocial
sociable
social
soc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store