Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
social
01
κοινωνικός
relacionado con la sociedad o con la convivencia entre personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
social
αρσενικό πληθυντικό
sociales
θηλυκό ενικό
social
θηλυκό πληθυντικό
sociales
Παραδείγματα
El trabajo social ayuda a muchas familias.
Η κοινωνική εργασία βοηθά πολλές οικογένειες.
Λεξικό Δέντρο
antisocial
sociable
social
soc



























