la jaca
ja
ˈxa
kha
ca
ka
ka
yacalacavacaplaca

Ορισμός και σημασία του "jaca"στα ισπανικά

01

κομπ, άλογο έλξης

caballo pequeño o de carga, generalmente fuerte y robusto 
la jaca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jacas
Παραδείγματα
La jaca trotaba lentamente por el camino del pueblo. 

Η τζάκα τροχάλιζε αργά κατά μήκος του δρόμου του χωριού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store