Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El andador
01
βοηθητικό για περπάτημα, πεζοδρόμιο
un dispositivo con ruedas y patas que ayuda a caminar a personas con movilidad reducida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
andadores
Παραδείγματα
Mi abuela usa un andador para moverse por la casa.



























