Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hipnotizar
01
υπνωτίζω, οδηγώ σε έκσταση
inducir un estado de conciencia similar al sueño en una persona, en el que parece obedecer sugestiones y puede recordar cosas olvidadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hipnotizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hipnotiza
ενεστώτα μετοχή
hipnotizando
απλός αόριστος
hipnotizó
παθητική μετοχή
hipnotizado
Παραδείγματα
El terapeuta usó un péndulo para hipnotizar al paciente.
Ο θεραπευτής χρησιμοποίησε ένα εκκρεμές για να υπνωτίσει τον ασθενή.



























