Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hipnotizar
01
υπνωτίζω, οδηγώ σε έκσταση
inducir un estado de conciencia similar al sueño en una persona, en el que parece obedecer sugestiones y puede recordar cosas olvidadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hipnotizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hipnotiza
ενεστώτα μετοχή
hipnotizando
απλός αόριστος
hipnotizó
παθητική μετοχή
hipnotizado
Παραδείγματα
Se dejó hipnotizar para intentar dejar de fumar.
Άφησε τον εαυτό του να υπνωτιστεί για να προσπαθήσει να σταματήσει το κάπνισμα.



























