Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El higienista
01
υγιεινιστής, ειδικός υγιεινής
un profesional especializado en la limpieza y el cuidado para prevenir enfermedades, especialmente en la boca
Παραδείγματα
El trabajo del higienista es crucial para prevenir las caries.
Η εργασία του υγιεινολόγου είναι καθοριστική για την πρόληψη της τερηδόνας.



























