Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arañar
01
γρατσουνίζω, ξύνω
hacer marcas largas y finas en una superficie o en la piel con las uñas o algo puntiagudo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
araño
γ΄ ενικό πρόσωπο
araña
ενεστώτα μετοχή
arañando
απλός αόριστος
arañó
παθητική μετοχή
arañado
Παραδείγματα
El gato me arañó el brazo cuando intenté acariciarlo.
Η γάτα μου γρατζούνισε το χέρι όταν προσπάθησα να το χαϊδέψω.



























