Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arañar
01
γρατσουνίζω, ξύνω
hacer marcas largas y finas en una superficie o en la piel con las uñas o algo puntiagudo
Παραδείγματα
Se arañó todo el brazo al caer entre los arbustos.
Γρατζούνισε όλο το χέρι του πέφτοντας ανάμεσα στους θάμνους.



























