Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arañar
01
γρατσουνίζω, ξύνω
hacer marcas largas y finas en una superficie o en la piel con las uñas o algo puntiagudo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
araño
γ΄ ενικό πρόσωπο
araña
ενεστώτα μετοχή
arañando
απλός αόριστος
arañó
παθητική μετοχή
arañado
Παραδείγματα
Se arañó todo el brazo al caer entre los arbustos.
Γρατζούνισε όλο το χέρι του πέφτοντας ανάμεσα στους θάμνους.



























