mutilar
mu
mu
μου
ti
ˈti
τι
lar
laɾ
λαρ
figuraradornarhackearsujetar

Ορισμός και σημασία του "mutilar"στα ισπανικά

mutilar
01

ακρωτηριάζω

cortar o dañar gravemente una parte del cuerpo, quitándole su función o forma original 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mutilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutila
ενεστώτα μετοχή
mutilando
απλός αόριστος
mutiló
παθητική μετοχή
mutilado
Παραδείγματα
La explosión pudo mutilarle varias extremidades. 

Η έκρηξη μπορούσε να ακρωτηριάσει πολλά από τα άκρα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store