mutilar
Pronunciation
/mˌutilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "mutilar"στα ισπανικά

mutilar
01

ακρωτηριάζω

cortar o dañar gravemente una parte del cuerpo, quitándole su función o forma original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mutilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutila
ενεστώτα μετοχή
mutilando
απλός αόριστος
mutiló
παθητική μετοχή
mutilado
Παραδείγματα
La guerra mutila no solo los cuerpos, sino también las almas.
Ο πόλεμος ακρωτηριάζει όχι μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store