Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutilar
01
ακρωτηριάζω
cortar o dañar gravemente una parte del cuerpo, quitándole su función o forma original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mutilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutila
ενεστώτα μετοχή
mutilando
απλός αόριστος
mutiló
παθητική μετοχή
mutilado
Παραδείγματα
La guerra mutila no solo los cuerpos, sino también las almas.
Ο πόλεμος ακρωτηριάζει όχι μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές.



























