Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sangrar
01
αιμορραγώ
perder sangre por una herida o lesión en el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sangro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sangra
ενεστώτα μετοχή
sangrando
απλός αόριστος
sangró
παθητική μετοχή
sangrado
Παραδείγματα
El corte es profundo y no deja de sangrar.
Η τομή είναι βαθιά και δεν σταματάει να αιμορραγεί.



























