sangrar
sang
ˈsang
sang
rar
ɾaɾ
rar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "sangrar"στα ισπανικά

sangrar
01

αιμορραγώ

perder sangre por una herida o lesión en el cuerpo 
sangrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sangro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sangra
ενεστώτα μετοχή
sangrando
απλός αόριστος
sangró
παθητική μετοχή
sangrado
Παραδείγματα
El corte es profundo y no deja de sangrar. 

Η τομή είναι βαθιά και δεν σταματάει να αιμορραγεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store