Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El portador
01
φορέας, μεταφορέας
una persona o animal que tiene un agente infeccioso dentro de su cuerpo y puede transmitirlo a otros, aunque no muestre síntomas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portadores
Παραδείγματα
Fue identificado como portador del gen de la fibrosis quística.
Εντοπίστηκε ως φορέας του γονιδίου της κυστικής ίνωσης.



























