Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El portador
01
φορέας, μεταφορέας
una persona o animal que tiene un agente infeccioso dentro de su cuerpo y puede transmitirlo a otros, aunque no muestre síntomas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portadores
Παραδείγματα
Un portador crónico puede eliminar el virus durante meses o años.
Ένας χρόνιος φορέας μπορεί να αποβάλλει τον ιό για μήνες ή χρόνια.



























