disléxico
di
di
di
sléx
ˈzlek
zlek
i
si
si
co
ko
ko
anoréxico

Ορισμός και σημασία του "disléxico"στα ισπανικά

disléxico
01

δυσλεκτικός

relacionado con la dislexia o que tiene dificultad para leer y escribir debido a una condición neurológica 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disléxico
αρσενικό πληθυντικό
disléxicos
θηλυκό ενικό
disléxica
θηλυκό πληθυντικό
disléxicas
θεματικό πεδίο
salud, educación, neurología
Παραδείγματα
Mi hijo es disléxico y necesita un método de enseñanza diferente. 

Ο γιος μου είναι δυσλεκτικός και χρειάζεται μια διαφορετική μέθοδο διδασκαλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store