Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disléxico
01
δυσλεκτικός
relacionado con la dislexia o que tiene dificultad para leer y escribir debido a una condición neurológica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disléxico
αρσενικό πληθυντικό
disléxicos
θηλυκό ενικό
disléxica
θηλυκό πληθυντικό
disléxicas
Παραδείγματα
Mi hijo es disléxico y necesita un método de enseñanza diferente.
Ο γιος μου είναι δυσλεκτικός και χρειάζεται μια διαφορετική μέθοδο διδασκαλίας.



























