Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El globo ocular
01
οφθαλμικό μήλο
el órgano del cuerpo humano de forma esférica que constituye el ojo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
globos oculares
Παραδείγματα
No toques tu globo ocular con las manos sucias.
Μην αγγίζετε τον οφθαλμικό σας βολβό με βρώμικα χέρια.



























