Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presuponer
01
προϋποθέτω, υποθέτω
dar algo por cierto antes de demostrarlo o asumirlo como base
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
presupongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
presupone
ενεστώτα μετοχή
presuponiendo
απλός αόριστος
presupuso
παθητική μετοχή
presupuesto
Παραδείγματα
No podemos presuponer que todos tengan la misma experiencia.
Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλοι έχουν την ίδια εμπειρία.



























