Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seleccionar
01
επιλέγω
elegir o escoger algo o a alguien entre varias opciones, generalmente con criterio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
selecciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
selecciona
ενεστώτα μετοχή
seleccionando
απλός αόριστος
seleccionó
παθητική μετοχή
seleccionado
Παραδείγματα
Seleccioné los mejores libros de la biblioteca.
Επέλεξα τα καλύτερα βιβλία από τη βιβλιοθήκη.



























