Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La transparencia
01
διαφάνεια, σαφήνεια
cualidad de dejar pasar la luz o ser fácil de percibir o entender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La transparencia del hielo permitía ver los peces debajo.
Η διαφάνεια του πάγου επέτρεπε να δει κανείς τα ψάρια από κάτω.



























