Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El petróleo
01
πετρέλαιο, ακατέργαστο πετρέλαιο
líquido natural inflamable que se obtiene de yacimientos subterráneos y se usa como combustible y materia prima
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Muchos países dependen del petróleo para su economía.
Πολλές χώρες εξαρτώνται από το πετρέλαιο για την οικονομία τους.



























