Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hecho a mano
01
χειροποίητο
producido o elaborado por una persona sin usar máquinas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hecho a mano
συγκριτικός βαθμός
más hecho a mano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hecho a mano
αρσενικό πληθυντικό
hechos a mano
θηλυκό ενικό
hecha a mano
θηλυκό πληθυντικό
hechas a mano
Παραδείγματα
Cada bolso está hecho a mano por artesanos locales.
Κάθε τσάντα είναι χειροποίητη από τοπικούς τεχνίτες.



























