la falacia
fa
fa
φα
lac
ˈlaθ
λαθ
ia
ja
γα
ganaciaCroaciaacaciaeficacia

Ορισμός και σημασία του "falacia"στα ισπανικά

01

παραλογισμός, παραπλανητικό επιχείρημα

razonamiento o argumento que parece lógico pero es incorrecto o engañoso 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
falacias
Παραδείγματα
La falacia de generalización es muy común en los debates. 

Η πλάνη της γενίκευσης είναι πολύ συχνή στις συζητήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store