Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La utopía
01
ουτοπία
idea o proyecto ideal que es muy difícil o imposible de alcanzar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
utopías
Παραδείγματα
Soñar con justicia total es una utopía.
Το όνειρο της απόλυτης δικαιοσύνης είναι μια ουτοπία.



























