el vicio
vic
ˈbiθ
bith
io
jo
yo
iniciojuiciosiliciobullicio

Ορισμός και σημασία του "vicio"στα ισπανικά

01

κακία, ελάττωμα

mal hábito o conducta negativa que afecta al carácter o la vida de una persona 
el vicio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vicios
Παραδείγματα
La avaricia es un vicio que perjudica a todos. 

Η απληστία είναι ένα κακό που βλάπτει όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store