Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El libre albedrío
01
ελεύθερη βούληση
capacidad de tomar decisiones propias sin estar determinado por fuerzas externas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El ser humano tiene libre albedrío para elegir su camino.
Ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση για να επιλέξει το δρόμο του.



























