delinquir
Pronunciation
/kɔmmˈit a kɾˈime/

Ορισμός και σημασία του "delinquir"στα ισπανικά

delinquir
01

διαπράττω έγκλημα

cometer un delito o una acción contraria a la ley
delinquir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
delinco
γ΄ ενικό πρόσωπο
delinque
ενεστώτα μετοχή
delinquiendo
απλός αόριστος
delinquió
παθητική μετοχή
delinquido
Παραδείγματα
Quien delinque debe responder ante la justicia.
Όποιος διαπράττει έγκλημα πρέπει να λογοδοτεί στη δικαιοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store