delinquir
de
de
de
lin
lin
lin
quir
ˈkir
kir

Ορισμός και σημασία του "delinquir"στα ισπανικά

delinquir
01

διαπράττω έγκλημα

cometer un delito o una acción contraria a la ley 
delinquir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
delinco
γ΄ ενικό πρόσωπο
delinque
ενεστώτα μετοχή
delinquiendo
απλός αόριστος
delinquió
παθητική μετοχή
delinquido
Παραδείγματα
Es ilegal delinquir en cualquier país. 

Το να διαπράττεις εγκλήματα είναι παράνομο σε οποιαδήποτε χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store