Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delinquir
01
διαπράττω έγκλημα
cometer un delito o una acción contraria a la ley
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
delinco
γ΄ ενικό πρόσωπο
delinque
ενεστώτα μετοχή
delinquiendo
απλός αόριστος
delinquió
παθητική μετοχή
delinquido
Παραδείγματα
Es ilegal delinquir en cualquier país.
Το να διαπράττεις εγκλήματα είναι παράνομο σε οποιαδήποτε χώρα.



























