la auditoría
au
au̯
αου
di
ði
δι
to
to
το
ría
ˈɾia
ρια

Ορισμός και σημασία του "auditoría"στα ισπανικά

01

έλεγχος, επιθεώρηση

examen detallado de cuentas, procesos o sistemas para verificar su correcta gestión 
la auditoría definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
auditorías
Παραδείγματα
La empresa realizó una auditoría financiera. 

Η εταιρεία πραγματοποίησε μια οικονομική έλεγχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store