Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autoestima
01
αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση
valoración que una persona tiene de sí misma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Una buena autoestima mejora la salud mental.
Η αυτοεκτίμηση βελτιώνει την ψυχική υγεία.



























