Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El antídoto
01
αντίδοτο
sustancia que neutraliza o contrarresta un veneno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antídotos
Παραδείγματα
La rapidez en administrar el antídoto es crucial.
Η ταχύτητα στη χορήγηση του αντιδότου είναι καθοριστική.



























