Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El paro cardíaco
01
καρδιακή ανακοπή
detención repentina del corazón que impide bombear sangre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paros cardíacos
Παραδείγματα
El paro cardíaco ocurrió mientras corría.
Η καρδιακή ανακοπή συνέβη ενώ έτρεχε.



























