el remolcador
Pronunciation
/rˌemɔlkaðˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "remolcador"στα ισπανικά

01

ρυμουλκό, όχημα έλξης

vehículo que se usa para remolcar o arrastrar a otro, especialmente autos averiados
el remolcador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
remolcadores
Παραδείγματα
Vimos un remolcador estacionado en la calle.
Είδαμε ένα ρυμουλκό σταθμευμένο στο δρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store